λαμπικάρισμα

το [λαμπικαρίζω]
1. απόσταξη, διΰλιση
2. διαυγασμός, τέλειος καθαρισμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λαμπικάρισμα — το ατος, απόσταξη, φιλτράρισμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιχθυόκολλα — Παχύρρευστη κίτρινη συγκολλητική ύλη, που παρασκευάζεται συνήθως με βράσιμο εντοσθίων και κεφαλιών ψαριών. Ονομάζεται επίσης και ψαρόκολλα. Η κόλλα αυτή έχει την ιδιότητα να διαλύεται εντελώς σε νερό συνηθισμένης θερμοκρασίας (20°C).… …   Dictionary of Greek

  • καθάρισμα — το [καθαρίζω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καθαρίζω, απαλλαγή από βρομιές, πάστρεμα («τα ρούχα θέλουν καθάρισμα») 2. απομάκρυνση κάθε αχρήστου ή επιβλαβούς, απολέπισμα, ξεφλούδισμα 3. λαμπικάρισμα, λαγάρισμα, καταστάλαγμα 4. μτφ. φόνος,… …   Dictionary of Greek

  • καταστάλαγμα — το [κατασταλάζω] 1. το προϊόν τής απόσταξης, το κατακάθισμα, το ίζημα 2. η απόσταξη, το στράγγισμα 3. το ξαστέρωμα, το λαμπικάρισμα 4. έκβαση, αποτέλεσμα, αποκρυστάλλωμα …   Dictionary of Greek

  • λαγάρισμα — το (Μ λαγάρισμα) [λαγαρίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού λαγαρίζω, καθάρισμα, λαμπικάρισμα, ραφινάρισμα, απαλλαγή από κάθε ξένη ουσία …   Dictionary of Greek

  • λαγάρωμα — το [λαγαρούμαι] διήθηση, διύλιση, λαμπικάρισμα, λαγάρισμα …   Dictionary of Greek

  • κολλάρισμα — το, ατος 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κολλαρίζω. 2. το τεχνητό λαμπικάρισμα του θολού κρασιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.